Οι μέρες του παγωμένου χρόνου.

Κάθε δυο-τρεις μέρες πειραματίζομαι με ένα «άγλυκο» γλυκό. Με μία καινούργια συνταγή που είχα φυλάξει προσεκτικά στο συρτάρι, φερμένη από εκείνους τους άλλους καιρούς που κόβαμε συνταγές από περιοδικά και γεμίζαμε συρτάρια.

Εκείνη την εποχή που κρατούσαμε συνταγές και δεν τις φτιάχναμε ποτέ, που μαζεύονταν τα βιβλία σε λίστες «για να διαβαστούν» μέχρι που οι κιτρινισμένες σελίδες τους μαρτυρούσαν την Κυριακή στον καναπέ με βιβλίο που δεν ήρθε ποτέ.

Εκείνη την εποχή που τα τηλεφωνήματα έμοιαζαν με στιγμές που έτρεχαν να προφτάσουν ηλιοβασιλέματα, χωρίς ποτέ να τα καταφέρνουν.

Σε εκείνη την άλλη εποχή, οι διακοπές πιάνονταν χέρι χέρι με τις δικές τους στιγμές και έτρεχαν να προλάβουν να μην τελειώσουν. Μετρούσαν μπάνια και παγωτά με αγωνία.

Και τότε ο χρόνος αποφάσισε να γλιστρήσει από το ουράνιο τόξο και να προσγειωθεί απότομα στο πάτωμα. Μαζί του και εγώ. Χωρίς μάσκα και χωρίς γάντια. Με μία ζωή που έτρεχε και γέμιζε ασφυκτικά. Με τα μούτρα στο πάτωμα.

Στον παγωμένο χρόνο διάβασα όλα τα κίτρινα βιβλία, έφτιαξα όλες τις συνταγές που ήταν τόσο χαρούμενες, που ξεθάφτηκαν από τα συρτάρια. Κάθισα στο μπαλκόνι χωρίς λόγο.

Η πρακτική μου στη γιόγκα απλώθηκε ευχάριστα, κάτι πρωινά λουσμένα με ασημόσκονη. Αλλά και κάτι βράδια λουσμένα από μία εκκωφαντική, σχεδόν, ησυχία.

Ξεκίνησα και τρέξιμο, ας μη σου πω πόσα χρόνια έλεγα να ξεκινήσω… ήταν και αυτό στην άλλη λίστα με όλα τα άλλα που «ήθελα να κάνω».

Οι εκκρεμότητες που τσίριζαν μέσα στις σελίδες της αγαπημένης μου ατζέντας, βούλιαξαν σε μία αβάσταχτη ησυχία.

Και ναι, έμαθα να βρίσκω νέους τρόπους σύνδεσης με τις αγαπημένες φατσούλες όλων αυτών που θέλω τόσο να αγκαλιάσω.

Τα βράδια πια έχουν χρώμα πορτοκαλοκόκκινο μαζί  με έναν διαλογισμό στην καρδιά, και μέσα στον παγωμένο χρόνο αισθάνομαι την αέναη αρμονία της εμπιστοσύνης στη ροή. Ένα μικρό χαμόγελο μονολογεί: δες τί έκανε η Φύση για να την αφήσουμε ήσυχη.

Αυτή δεν θα χαθεί ποτέ. Για εμάς, δεν ξέρω.

Στις μέρες του παγωμένου χρόνου συνειδητοποιώ πως δεν έχω καμία απάντηση έτοιμη να ξεπροβάλλει από το κουτί. Πώς η ζωή του χρόνου που έτρεχε, μου λείπει πολύ. Μαζί της, μου λείπει και η ελευθερία που νόμιζα πως είχα. Μου λείπει η Άνοιξη που έβαζε τα καλά της για να με υποδεχτεί κι ας με έβρισκε (πάλι.) με φόρμες και αθλητικά.

Στις μέρες του παγωμένου χρόνου, με άφησα να υπάρξω για να με δω, χωρίς βιασύνη. Έδωσα χώρο στο άβολο και στο τρομαγμένο. Ξάπλωσαν δίπλα μου και τα κράτησα αγκαλιά. Στη σιωπή και στο σκοτάδι.

Μέσα στο σκοτάδι ανακάλυψα ένα σωρό θησαυρούς. Το σκοτάδι έχει τόσα χρώματα και τόσο φως στις πληγές του. Το σκοτάδι μου μαθαίνει να ζω τη στιγμή βουτώντας ολόκληρη μέσα σε αυτήν.

Μέσα στο σκοτάδι, γεμίσαμε με αγκαλιές, μακρινές αλλά τόσο αληθινές, γεμίσαμε χαρά με τα λίγα. Μοιραστήκαμε τις ζωές μας με έναν τρόπο λίγο αλλιώτικο από πριν.

Ακροβατώντας ανάμεσα στο μικρό παιδί που νοσταλγεί την παλιά του ζωή και στο κορίτσι που δεν σταματάει να ονειρεύεται, επιλέγω να παραμείνω στο παρόν.

Επιλέγω να μοιράζομαι το «σ’αγαπώ» ακόμα και μέσα στο σκοτάδι. Επιλέγω να δίνω την αγκαλιά μου ακόμα και αν αυτή είναι γεμάτη δάκρυα. Επιλέγω να κρατάω το χέρι σου, ακόμα και αν χρειάζεται να χορεύουμε γύρω από τη φωτιά παρέα με τους δαίμονες μας μέχρι να τους εξημερώσουμε.

Σήμερα κλείνω ένα μήνα μέσα στο σπίτι.

Αυτός ο μήνας κουβαλούσε σίγουρα μία αιωνιότητα και πολλές μέρες στην πλάτη του. Και σε αυτήν την αιωνιότητα, η συνήθεια δεν είχε καμία δύναμη. Τίποτα δεν συνηθίστηκε, ίσως από επιλογή και αυτό.

Φέτος θα είναι ένα διαφορετικό Πάσχα. Θα δώσω χώρο στη θλίψη να πενθήσει τις στιγμές που δεν θα θα χορέψουν ξανά πάνω στο ίδιο πολύχρωμο αερόστατο.

Και θα υποδεχτώ την Άνοιξη, για πρώτη φορά φορώντας τα καλά μου.

~έλενα