Διαλογισμός: η πρακτική της παρούσας στιγμής

Ήταν από εκείνες τις ημέρες που τα πάντα μοιάζουν άχρωμα. Ψάχνεις χρώμα και λάμψη στα μάτια και εκείνη αρνείται πεισματικά να σε πλησιάσει. Ένα ατελείωτο γκρι σε βυθίζει σε ένα ολοζώντανο μαύρο. Και πας. Ακολουθείς χωρίς να αντιστέκεσαι.
Το στρωματάκι της γιόγκα δίπλα μου το αισθανόμουν να με καλεί. Σανίδα σωτηρίας μετά από ένα δύσκολο πρωινό; Σύνδεση με το σώμα, την αναπνοή, τον Εαυτό; Δεν ήξερα, απλά έκατσα, έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να νιώσω και να ακούσω. Ένιωσα το σώμα να πονάει σε διάφορα σημεία. Έμεινα ακίνητη, σιωπηλή για ώρα. Παρατήρησα. Η αναπνοή μου αργή, σχεδόν ανύπαρκτη. Το κράτημα της αναπνοής, αυθόρμητο, χωρίς προσπάθεια, το αισθανόμουν σα βάλσαμο σε σώμα και νου. Η πράνα άφθονη ερχόταν (ποιος να ξέρει από που;) στην περιοχή της καρδιάς και στο ηλιακό πλέγμα. Έφτιαχνε γεωμετρικά σχέδια στο σώμα και ανέβαινε στο κέντρο των φρυδιών. Κι εκεί σιωπή. Αταραξία. Ακινησία. Φως! Ένα καθαρό, λευκό φως χωρίς κανένα λόγο ύπαρξης, χωρίς καν να το ζητήσω ή να προσπαθήσω για αυτό. Από που να ερχόταν άραγε; Σκέφτηκα. Η εναλλαγή των σκέψεων είχε γίνει πια τόσο αργή, μου επέτρεπαν να χαθώ στο άπειρο του λευκού φωτός. Ήταν τόσο δυνατό που σκέπαζε κάθε αμφιβολία. Ένα φως που δε με ταξιδευε, δε με αφηνε να κοιτάξω ούτε μπροστά, ούτε πίσω. Δε με άφηνε να νιώσω, να αιστανθώ, να σκεφτώ, να φοβηθώ. Δεν μπορούσα να φυγω, να τρέξω, ούτε καν να κουνηθώ. Δε με άφηνε να απολαύσω, να χαλαρώσω, να δυναμώσω. Τίποτα. Απλώς με ακινητοποιούσε στο τίποτα. Εκεί όπου η κίνηση και η ακινησία έμοιαζαν ένα, το φως ένα με το σκοτάδι και το μπροστά ένα με το πίσω. Εκεί όπου οι σκέψεις είχαν διαλυθεί μέσα στην αναπνοή, η αναπνοή είχε αποσυνθέσει το σώμα σε χίλια κομμάτια, οι παλμοί της καρδιάς είχαν γίνει τόσο αργοί που ένιωθα πως περνούσε μία αιωνιότητα από τον έναν στον άλλον… σε αυτό ακριβώς το σημείο, το Φως έλαμπε όλο και πιο δυνατό. Δεν ήταν ούτε ευχάριστο, ούτε δυσσάρεστο. Απλώς ήταν εκεί. Και ακολούθησα. Ούτε μπροστά, ούτε πίσω, ούτε χαρά, ούτε λύπη, ούτε σκοτάδι, ούτε φως. Απλώς ήμουν. Παρούσα στη στιγμή. Το σώμα μου, η αναπνοή μου, οι σκέψεις μου ενώθηκαν με την ίδια τη στιγμή. Και έμεινα εκεί για ώρα. Γιατί πια η ώρα δεν είχε σημασία, τα λεπτά δεν είχαν καμία δύναμη. Το παρόν μου κρατούσε για πάντα, είχε γίνει αιώνιο.
Και σε αυτό το αιώνιο παρόν, άρχισα να ζω, να δίνω, να παίρνω, να τρέχω, να μένω ακίνητη, να πηγαίνω μπροστά, πίσω, να μένω στη μέση περιμένοντας, να συνεχίζω, να σταματώ, να ακούω, να ακολουθώ, να πιστεύω, να αγαπώ, να βρίσκω εμένα και μετά να με χάνω πάλι. Να απολαμβάνω την ανθρώπινη φύση μου σε κάθε της πτυχή.

OM TAT SAT
…αφιερωμένο στο δάσκαλο μου, Sri Dharma Mittra, για τη βοήθεια, την έμπνευση, την καθοδήγηση.

Έλενα Μουρατίδου